BEΣΙΝΙ ΔΑΦΝΗΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ.
KΑΙ ΟΜΩΣ ΤΟΤΕ MEΣΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΦΤΩΧΕΙΑ ΗΣΑΝ ΟΛΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ….
ΠΑΛΙΕΣ ΜΟΥ, ΑΓΝΕΣ ΜΟΥ ΕΝΘΥΜΗΣΕΣ…ΚΑΠΟΙΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ….
«Γύρω- γύρω του Χριστού, η καρδιά του Χειμωνιού».
Πραγματικά καθολική ισχύ έχει η παροιμία ετούτη για το ξέμακρο Βεσίνι .
Προπαραμονή των Χριστουγέννων και χιόνι πυκνό πέφτει στο γραφικό του Αϊ – Λιά χωριό, του Βεσινιού.
Κατεβαίνει απειλητικά από τις Αχλάδες, ξεχύνεται στον Στύλο κατακαλύπτοντας τα χωράφια του Γιούτσου, και αφού έχει κατατροπώσει την πάνω και κάτω Μπόγλιτση, ισοπεδώνει και τα απόκρημνα βράχια στις απάτητες Σούδες.
Το Χορχοτό και ο Εγκλενιός έχουν χαθεί μέσα στην αντάρα.
Τα Βαρικά έχουν πλέον ασπρίσει και του Στάχτη τ’αλώνι φορώντας την χιονένια του στολή, φαίνεται να δικαιολογεί το όνομά του.
To λειβάδι, το κάθισμα , η δεξαμενή, η παλιόβρυση και τα παλούκια είναι κάτασπρα.
Οι πουρνάρες στα Ρηγαίικα μοιάζουν με λευκούς θυσάνους.
H μεγάλη ράχη φορά το καινούργιο του χιονιά δώρο, και το δόλιο Μαγγανίσιο πέφτει ξέμακρο, σχεδόν λησμονημένο και από τον γέρο Πλατσιάρα, που άφησε την στάνη στον Σπύρο, παρατώντας την γκλίτσα, και αδράζοντας για όπλο ένα τσουβάλι με άχερα, μία ίσκα και ένα στουρνάρι για αναφτήρα, και μια σάκκινα, τραβάει κατά τις κουφαλιασμένες καστανιές, για να ψάξει για κανένα κουνάβι, που εκειά την εποχή ήσαν επικηρυγμένα, και άξιζαν κάποιες δραχμούλες, λίγες αλλά αρκετές, για να αγοράσουν οι γέροι τα λαθραίο ταμπάκο τους.
Ο πισώκαμπος με το Πετροβούνι έχουν ερημώσει, τα δε Γούπατα στο Βαχλέϊκο και το διάσελο, έχουν στήσει απογορευτικό λευκό στον γέρο Ντέρτη του Παμείνου.
Οι Κόζιες και του Γιάννη το αλώνι , τόφεραν στης Γκούμενας τη λάκκα και από τα δίστρατα έχει αρχίσει να το στρώνει μέσα στο χωριό, προβληματίζοντας ακόμα και τους σπούργους με τους κοκκινολαίμηδες που αναστατωμένοι, έχουν πολιορκήσει το μαγαζί του Φώτη και το πλάτανο του Μπουζιώτη, ψάχνοντας για τον επιούσιον τους.
Για εμάς τους τσοπάνηδες έρχονται δύσκολες ώρες, γιατί και ζωοτροφές δεν υπάρχουν αλλά και το λίγο σύγκλαρο για τα πρόβατα δυσπρόσιτο γίνεται.
Μοναδική παρηγοριά για τα γίδια αποτελεί το γέρσιμο των κλαριών από το βάρος του χιονιού, στις πουρνάρες και τις αγλανιτσιές, και το ότι μπορούν να βοσκήσουν και κάτω υπό αυτές τις συνθήκες.
Οι γεροπροεστοί με τις γριές τους έχουν πιάσει την γωνιά της φωτιάς, ζεσταίνοντας τα κουρασμένα κορμιά τους, ανακατεύοντας τις τριφτιάδες τους, το ξυνοτραχανά και άλλοι τυχερότεροι τα πλατιολαχανά τους με καμμιά σγόρτσα γουρουνίσια στον τέντζερα.
Για εμάς τα παιδιά του Δημοτικού η παρένθεση των γιορτινών διακοπών αποτελεί διττό χαρμόσυνο γεγονός. Πρώτον γιατί θα γλυτώσουμε από τις φωνές της
δασκάλας μας και δεύτερον γιατί ήγγικεν ο καιρός που το σάκχαρό μας θα ανέβαινε, τρώγοντας κάποιον κουραμπιέ έστω με γουρουνίσιο λίπος ,-(λάδι δεν είχαμε, ούτε για το καντήλι),- περιμένοντας και την κοτόσουπα της τρανής ημέρας, προερχόμενη από την θυσία κάποιας γερόκοττας από τις 3-4 που είχαμε όλες και όλες, γιατί κοτόπουλο δε βλόγαγε, αφού τα πουλάγαμε στους γυρολόγους για καμμιά ρουκέλλα και κανένα κομμάτι ύφασμα, να μη γυρίζουμε το καλοκαίρι, με τα μάλλινα βελέσια οι γυναίκες, και τους ζιλέδες οι άνδρες, μην αντέχοντας την φαγούρα.
Και ήρθε η παραμονή της μεγάλης της Χριστιανοσύνης εορτής των Χριστουγέννων , η δασκάλα μας πρωί – πρωί εφάνη στα δίστρατα της Αγίας Παρασκευής ερχόμενη πεζή από του Νάσια, περπατώντας με δυσκολία μέσα στο χιόνι, και βλεποντάς την, εμείς τα παιδιά τρέξαμε να χτυπήσουμε την καμπάνα της Εκκλησίας για να μαζευτούν και οι άλλοι μικρότεροι μαθητές.
Τα πάντα ήσαν ιλαρά μέσα στο άσπρο σεντόνι του χιονιού, συνεπικουρώντας και το ότι δεν θα κάναμε μάθημα .
Πρυτάνευε η σχολική γιορτή όπου εμείς τα παιδιά θα λέγαμε τα ποιήματά μας, μπρος στο φτωχό του σχολείου Χριστουγεννιάτικο δέντρο, – ένα κομμένο κλαδί από κυπαρίσσι, με μπάλες τα ίδια του τα κουκουνάρια, βαμμένα με χρωματιστές κιμωλίες. Φτωχό- πάμφτωχο δέντρο, αλλά το πρόσωπο του νεογέννητου Χριστού μας, εφαίνετο υπερευτυχισμένο, ενατενίζοντας όλους μας με ατέρμονη αγάπη και καλοσύνη.
Επιτέλους η κυρία μας Σοφία Καστάνη ήρθε, και αφού τελείωσε τα προδιαδικαστικά, η γιορτή άρχισε με πάνδημη παρουσία.
Δεσπόζουσα μορφή ήταν ο παπάς μας, περιστοιχισμένος από τους επιτρόπους του, τον γέρο –Χρόνη έναν αγαθό κοντό άντρα και τον Χρήστο Γιαννακόπουλο ο οποίος λόγω ύψους έκανε και χρέη καντηλανάφτη.
Ο γερο-σοφιστής Τσουραπογιάννης κοιτούσε αγέρωχος, ο Βαρδαναναστάσης φώναζε, «γεια σας μπακακάκια » (ήταν η προσφιλής του έκφραση ) και ο γερο- Καρυδόγιαννης κάτι μουρμούριζε σαν να έκανε την πρόβα τζενεράλε για το αυριανό ισοκράτημα, σιγόντο επάνω στη φωνή του Φώτη Ζαφειρόπουλου ο οποίος είχε επιφορτισθεί και με το μέγα του ψάλτου λειτούργημα, καθ’ ότι εγγράμματος, καλλίφωνος και μουσικά καταρτισμένος ήταν, και εφ’ όσον ο γερο – Παναγής,
μας είχε αφήσει χρόνους, μαζί με τον Νικολοβασίλη και τον Μητσαρά
Οι γερόντισσες, οι παπούδες, οι μανάδες εφαίνονταν κατευχαριστημένες, ο Πρόεδρος
μας ο Γιάννης Πανουτσακόπουλος, ο Γραμματέας μας Φώτης Ζαφειρόπουλος, οι πάρεδροι και όλοι οι επίσημοι του Βεσινιού ησαν παρόντες…., και η γιορτή άρχισε,.. τότε η κάθε οικογένεια είχε 6-7 και πάνω παιδιά, και ο καθένας ήθελε να τα χαρεί απαγγέλλοντας τα ποιήματά τους, και λέγοντας τους διαλόγους των…
Τα πάντα ήταν μαγικά και το σχολείο μας, έμοιαζε σαν ξέμακρη μέσα στον κόσμο Βηθλεέμ, μέσα στον απλοϊκό και γνήσιο του Βεσινιού κόσμο, κείμενον στης φύσης τη μοναδική απέρριτη φάτνη, όπου οι καρδιές επάλλοντο εναρμονισμένες με του θείου Βρέφους την πνοή……..
Και η γιορτή τελείωσε… με τον λόγο της δασκάλας, της ευχές των επισήμων και την ευλογία του παπά μας.
Βγαίνοντας έξω το χιόνι άρχισε να πέφτει και πάλι πυκνό, και ένα κύμα αέρα μας έφερε στην πραγματικότητα.
Είχαμε όμως να χαρούμε την αυριανή μέρα που για μας τους Βλάχους ήταν κάτι το υπέροχο, τονίζοντας το Χριστιανικό μας φρόνημα αλλά και αποτελώντας ανάπαυλα για όλους, σπάζοντας τη μονοτονία του Χειμώνα.
Οι τσοπάνηδες είχαν δώσει παραγγελιά στους δικούς τους να ετοιμάσουν τα γιορτινά τους, για να τα βρούνε έτοιμα, όταν τα άγρια χαράματα γυρίσουν από τα
Χειμαδιά τους.
Ο γερο Ντέρτης με την Σουλτάνα από τον Κάκαβο, ο Καπετάνιος από την Κοτρώνα, οι Λαζουραίοι και οι Γατσαίοι από την Χώτσα , ο Γιαννακοπέτρος από το Ξεροσακκούλι, ο Παναγογιώργης και ο Νιόνιος από του Μπάφι, ο Χριστιάς από το καλύβι του Αντώνη, ο Βαρδοχρήστος από την Πλακουδή, ο Μητσιόλιας από την Τσιούγκα …... ο Βαρδοπαναγιώτης από την παλιοφυτιά….
Ήσαν και άλλοι πολλοί…που είχαν τις στάνες τους κοντά το χωριό…όπως ο Λεωνίδης στου παπακίτσιου το καλύβι, ο Τσουραπογιάννης στην ράχη…,ο Αλέκος και ο Χαρίλαος στην κορύτα , στο κάτω χωριό, κοντά στου Κοκοσοσπύρου και τα Γιατρέϊκα…
Ο παπα –Σπύρος ήταν τρισευτυχισμένος γιατί θα έβλεπε όλους, τους ενορίτες του, αλλά κυρίως γιατί θα έβλεπε τους ξενιτεμένους, και έτσι μετά τη γιορτή πήγε κατευθείαν στην Εκκλησία για να ετοιμάσει τα πάντα, όπως η μέρα απαιτούσε. (μόνο για να αλλάξει τα κεριά στον πολυέλαιο ήθελε μισή ώρα.)
Πήγα και εγώ σπίτι και αφού έφαγα λίγα λάχανα έφυγα με βαριά καρδιά, παίρνοντας για παρέα, -αλλά και φωτιά να ανάψω-, ένα ντενεκέδι με κάρβουνα, να πάω στα γίδια.- Τότε σπίρτα και αναπτήρες ήσαν είδη πολυτελείας-.
Πραγματικά το απόγευμα μου φάνηκε αιώνας, μάλλον λόγω της βιάσης μου να νυχτώσει, και να ξημερώσουν τα Χριστούγεννα.
Ήρθε λοιπόν το βράδυ και αφού έβαλα τα γίδια στο καλύβι, γύρισα στο σπίτι, όπου ο πατέρας μου, ο Χειμωνοχρήστος, είχε ήδη κρεμάσει το χοιρινό για τις μέρες, έξω από την πόρτα του σπιτιού του Πιέρρου από τους Γιατροθανασαίους, προίκα της μάννας μου Χαρίκλειας Ντελή- Ρετσινά,
- (σφαγιάζοντας μια παλιογουρούνα,κοντά 20 χρονών, αφού είχε εκτελέσει πλήρως το αναπαραγωγικό έργο της, δίνοντας και στο σπίτι ένα καλό εισόδημα με το πούλημα των γουρουνακίων της ), ήταν το ευχαριστώ μας, για αυτά που μας χάρισε.
Αλλά και αυτή έβγαλε το άχτι της, με το κρέας της, που ήταν τόσο σκληρό, και απαιτούσε δόντια σκύλου, και δυστυχώς οι περισσότεροι δεν είχαν καθόλου, εφ’ όσον ο Καρυδόγιαννης με το παραμικρό, τους τα έβγαζε –γερά και όχι - με μια παλιοτανάλια που την έλεγε δοντάγρα .
Περιττό να πω ότι το βράδυ δεν κοιμήθηκα, αν και πέσαμε για ύπνο από τις οκτώ δίπλα στο παραγώνι.
Το σάσμα μου φαινόταν σκληρό και η μαντανία μύριζε καπνίλα, άσε που του Κονάκι το ρέμα κατέβαζε λιθάρια φέρνοντάς τα από Χορχοτό και τη Τσελεκονιά κάνοντας δαιμονισμένη βουή………….
Που και που σηκωνόμουν να δω απέναντι, από το ρέμα κάποιο φως, από τον τσιμπλή του παπα-Σπύρου σαν σημάδι ότι ξημέρωνε, ρολόγια τότε δεν είχαμε…
Κάποια στιγμή αποκοιμήθηκα αλλά ώσπου να κλείσουν τα μάτια μου η καμπάνα άρχισε να χτυπά χαρμόσυνα.
Ο παπα-Σπύρος είχε βγει από την πόρτα κατά την Λάκκα , -όπου έλεγαν οι παλιοί ότι κρατούσε στοιχειά και ξωτικά- και δεν τον πήρα είδηση.
Τρέχοντας φόρεσα τα μαύρα μάλλινα σκαλτσούνια μου- που κάποτε αποτελούσαν
μαλλί για τα σίβα και λάγια προβατά μας- ήσαν λίγο χοντρά και ατσιούμπαλα,
αλλά ένα και ένα για κάτι άρβυλα 50 νούμερο, της ΟΥΝΡΑ,
(UNRA , United Nations Relief and Rehabilitation Administration) ,
ίσως τα δεύτερα κάποιου Αμερικάνου κάου-μπόϋ, όπου….έψαχνα τα πόδια μου μέσα σε αυτά.
Όσο για κουστούμι μου αρκούσε μια στρατιωτική καπαρντίνα που μου είχε χαρίσει ο Τάσος του Σακκέτου, και από παντελόνι ένα παλιό τσελβόλ, έχοντας στα πισινά καμιά δεκαριά μπαλώματα αλλά από… παντελονόποδα ήταν τέλειο.
Η εκκλησία ήταν κοντά και έτρεξα να πάρω θέση στο ιερό, γιατί τους πρώτους τους επιβράβευε ο παπάς δίνοντάς μας στο τέλος κάποια λειτουριά και λίγο κρασί.
Είχαν αρχίσει οι Καταβασίες και πριν πάρω ανάσα με έστειλε κατά του Παμείνου να του φέρω κάρβουνα σε ένα κουτάκι για το θυμιατό. (Τότε δεν υπήρχαν καρβουνάκια .)
Περιττό να πω ότι έτρεξα πιλάλα να πάρω κάρβουνα αλλά και μια πύρα, γιατί από το κρύο βαράγαν τα δόντια σαν ματσακόνια, η Μυρώνα μου γέμισε το ανάχρειο και έτσι πήρα κάρβουνα, αλλά από ζέστα καθόλου, γιατί την φωτιά την είχαν σχεδόν καβαλλήσει καμμιά δεκαπενταριά ντερταίοι και ούτε με κυάλια δεν φαινόταν.
Παιρνώντας έξω έριχνε τουλούπες χιόνι, και ώσπου να τα πάω στον παπά άρχισαν να ξεφυχούν και βλέποντάς τα μου είπε, …ρε ευλογημένο τέτοια έχω από τα πέρσι, αλλά αφού τα έφερες ρίχτα στο θυμιατό και βάλλε και τρία σπυριά λιβάνι από της Τζιφοβαρβάρας, και όχι το μαυρολίβανο και διώξουμε τον κάσμο. …
Τα ευλόγησε, και θες από την ευλογία, θες από το πέρα δώθε, αυτά άρχισαν να λαμπυρίζουν…,…Και ο Όρθρος προχωρούσε άλλωστε μόλις ο γεροΧρόνης βάρεσε την δεύτερη καμπάνα, - τις κρύες ημέρες δεν άφηνε εμάς τα παιδιά, γιατί άρχίζαμε το διπλοκάμπανο και φοβόταν μην σπάσει- .
Ο παπαΣπύρος αφού θυμιάτισε, και βλέποντας την Εκκλησιά να γιομίζει, πήγε στο ψαλτήρι να πή το Πάσα πνοή, βοηθώντας τον Φώτη, που αν και τα γερόντια του έκαναν ισοκράτημα,δεν τα καταφέρναν τόσο καλά στην ψαλτική και του το γύριζαν στον σκοπό: «τ’ ακούς μαυριδερούλα μου».
Όλοι οι χωριανοί ήσαν παρόντες, ακόμα και από τους πεπελιάνους, τα παλιοκάλυβα, τον πιτεμό, την ποταμιά, με αξέχαστη γλυκιά μορφή τον Σπηλιονίκο, άκόμα και ο Χόζοβας με τον Αβράμη άφησαν το κυνήγι, μας έλειπαν μόνον οι Κουγιαλαίοι, οι Γιατροθανασαίοι, οι Μπουζιωταίοι και μερικά ακόμα σόγια που είχαν φύγει στην Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Γερμανία και Ρωσσία…………………………………
Μέχρι σήμερα ακούω την ουράνια του παπά μας φωνή, και υποκύπτω στο μεγαλοπρεπές και βυζαντιόρθοδοξό του λειτουργικό μεγαλείο, αισθανόμενος συνάμα τα χνώτα των τότε Βεσιναίων που εζέσταιναν την φτωχειά μας Εκκλησιά, κτισμένη επάνω σε κατάλευκα βράχια……σκεπασμένη με ένα και πλέον γόνα χιόνι… Εικόνες άγιες, μορφές που φύγαν, αφήνοντας πίσω έρμες θύμησες ….
Ο πολυσέβαστος και λατρευτός μας παπαΣπύρος με τους επιτρόπους του, μας έφυγαν, οι ισοκράτες του Φώτη, και αυτοί φύγανε, ο Φώτης από νεαρός γέρασε, και δε ψάλλει πια….οι απόδημοι δεν ξαναγύρισαν …..και εμείς …….
PAPAZASTOVAS.
Patras Blogs » Τα επιλεγμένα μπλογκ της Πάτρας με μια ματιά

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου