Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

AΣ ΕΠΑΓΑΓΩΜΕΝ ΕΙΣ ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΙΝΑ ΑΝΑΚΑΜΨΩΜΕΝ ΕΙΣ ΤΑΣ ΡΙΖΑΣ ΚΑΙ ΟΥΤΩΣ ΕΥΡΩΜΕΝ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ.

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΙΣ, ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΘΕΟΥ ΤΕ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.

Η εκκοσμίκευσις μέρους ημών των διακονούντων την Μεγάλην του Χριστού μας Εκκλησίαν, αποτελεί κυρίως μετάλλαξιν ή και ασθένειαν κυρίως ημών των φορέων του ποιμαντικού λειτουργήματος.

Ασθένειαν του ήθους και μετάλλαξις της πρακτικής μας, ήτοι από εκκλησιατικότητα και διακονίαν υμετέρων εις περιποίησιν εαυτών και ημετέρων κατά σάρκα και νοοτροπίαν.

Η εκκοσμίκευσις εξυπηρετεί την Λερνοειδή φιλαυτία, ενώ η εκκλησιαστικότητα αποκτάται διά της εν Χριστώ συσταυρώσεως, συνθάψεως και αυτοθυσίας.

Εκκοσμίκευσις της ποιμαντικοδιακονικήςς σημαίνει την επανάληψιν της εν Παραδείσω πτώσεως.

Είναι ωσάν να χρησιμοποιούμε αυτό το θεόσδοτο παμμέγιστον και ανεκτίμητον χάρισμα της ιερωσύνης προς πάσαν προσωπικήν επιτήδειον οφέλειαν και προσπορισμόν, αντί να προσάγομεν στον Θεό το φρικτό “τά σα εκ των σών”, αντί να αναγώμεθα και να ανάγωμεν τον κόσμο στη σωτηριώδη Οικονομία του Κυρίου, παραγάγομεν μια δική μας εκδοχή- δίκην μανιφέστου- περί σωτηρίας!

Έτσι, όμως, αντί να “καρποφορήσουμε εν υπομονή” την εγχρίστωση του κόσμου, επιλέγουμε τελικά έναν κοσμικής και δικής μας επινοήσεως συντομότερο δήθεν δρόμο σωτηρίας, από τον δρόμο του Θεού.

Η εκκοσμίκευσις εντοπίζεται κυρίως στα κίνητρα της ζωής μας ως διακόνων, στο “έσωθεν του ποτηρίου και της παροψίδος”, “εις καρδίαν”, την οποία “βλέπει ο Θεός”, την οποίαν συνήθως δεν βλέπει ο αδελφός συνάνθρωπος, λόγω της χρησιμοποιήσεως πολλών μέτρων και σταθμών.

Και ευτυχώς δεν είναι πάντοτε άδηλη, κεκρυμμένη εσωτερική υπόθεση, που θα αποκαλυφθή μόνο στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, αλλά μερικές από τις συνέπειες αυτής της αλλοτριωμένης κοσμικόφρονος εσωτερικότητος είναι εμφανής και εξωτερικά.

Σήμερα δε μεσούσης της παγκοσμίου κρίσεως και μεσουρανούντος και εν τη ημετέρα χώρα, του Δ.Ν.Τ. , που η ανθρωπότης οδυνάται, υποφέρει και μαστίζεται ψυχή τε και σώματι, επιβάλλεται να αναρωτηθώμεν:

Μήπως είμεθα εκκοσμικευμένοι, μεταλλαγμένοι και αλλοτριωμένοι; Μήπως νοσούμεν;

Μήπως υπερτιμούμεν εαυτούς και υποεκτιμούμεν αλλήλους;

Kαι πράγματι νοσούμεν!, και εάν επαναγάγωμεν εις βάθος θα το διαπιστώσουμεν σαφώς.

Όταν δεν λειτουργούμε ως ποιμένες­, διάκονοι και ­έμψυχες εικόνες του Αρχιποίμενος Χριστού, αλλά ενεργούμε ως κρατικοδίαιτοι υπάλληλοι ως η νέα τάξις πραγμάτων ηβουλήθη, ή ως επιστάται υπαλλήλων- (οι προϊστάμενοι των ναών)- μιάς θρησκευτικής εργασιακής απασχολήσεως επ’ αμοιβή, (είτε διά χρημάτων, αργυραμοιβής, προσκαίρου και εφημέρου ανελίξεως, αποκτημάτων, θέση τε και ισχύ, είτε διά φήμης και επικυριαρχίας οπαδών, χορηγών και εμμίσθων σπονσόρων, είτε διά συναισθηματικών θρησκευτικών εξάρσεων και απολαύσεων, κ.λ. ατομικιστικά, κατά το φάγε, πίε, ευφραίνου, λιπάνσου, παχύνσου και πωρώσου);

Όταν εκ του αντιθέτου σε περιπτώσεις εντόνου ποιμαντικής δραστηριοποιήσεως, πίσω από την φαινομένην πατρότητα δρά ο πατερναλισμός μας με διάθεση αυτεπιβεβαιώσεως και αυταρεσκείας διά της δημιουργίας οπαδών, ομάδος επιρροής προς διασφάλιση του επιθυμητού

status, ενδοεκκλησιαστική ανέλιξη και επικοινωνιακή προβολή, εάν, με άλλα λόγια, αδημονούμε και κολακευόμεθα πώς να γίνουμε εμείς σημαία, λάβαρο, ­σύμβολο του λαού,

ο δε Κύριός μας, υποσυνειδήτως παρωθείται σε κάποια απόμακρη τοπικά “βασιλεία” , (κατά την πεπλανημένη ιδεολογοποίηση της πίστεως, που έχουμε λάβει), “αξιοποιούμενος” μόνο ως ρητορικό σχήμα νομιμοποιήσεως της δικής μας “αριβιστικής σημαίας”;.

Όταν διακατεχόμεθα από την αυτάρκεια του επιτυχημένου πατερούλη-ποιμένα, επειδή έχουμε άριστες προσβάσεις, στην ELITE της κοινωνίας, σε χώρους ασκήσεως εξουσίας ή επειδή παρουσιάζουμε ένα έργο ιδιαίτερης κοινωνικής επιφάνειας, χωρίς να βιώνουμε και να μυούμε στην συνεσταυρωμένη και συναναστημένη εν Χριστώ ζωή, (το κύριο, βασικό και καίριο έργο μας);

Όταν μας ικανοποιεί η σύγχρονη θρησκειοποίηση της εκκλησιαστικής ζωής, (η ατομική θρησκευτικότητα του εκκλησιαζομένου λαού, που απλώς συμπίπτει να ευρίσκονται χωρο­χρονικά εντός των ναών στη Θ. Λειτουργία, χωρίς να αθλούνται στην “ενότητα της πίστεως και την κοινωνίαν του Αγίου Πνεύματος”), και επαναπαυόμεθα ως διεκπεραιωτές των θρησκευτικών του αναγκών, καθώς έτσι καλύπτουμε την δική μας ποιμαντική "μειοδοσία”;.

Όταν συμβιβαζόμεθα με την κοσμικότητα του λαϊκού φρονήματος και ευνοούμε την καταλυτική παγίωσή της μέσα στην ιερότητα της Εκκλησίας, καταργώντας τον διχασμό μεταξύ κοσμικής και εκκλησιαστικής ζωής σε βάρος της δευτέρας, είτε από ραθυμία είτε κι από κενοδοξία για να μας παραδέχονται ως “προοδευτικούς”, ή, αντίθετα, όταν “αντιδρούμε” σε παρόμοιες εκτροπές από μόνη την προσδοκία της ηρωοποιήσεως από την παραδοσιακότερη μερίδα του ποιμνίου;

Όταν η ποιμαντικοδιακονική μας δεοντολογία που θα έπρεπε να προσδιορίζεται από την ορθόδοξη θεολογία ως απόρροια της χριστολογίας και ­εκκλησιολογίας, στην πράξη γίνεται ένα υποκεφάλαιο της επικοινωνιακής μας πολιτικής την οποία προσδιορίζουν επιστημονικοί γνώστες των δημοσίων σχέσεων;

Όταν στρατευόμεθα ενσυνειδήτως στο εξωραϊσμένο Φαρισαϊκό “φαίνεσθαι” ,(PROFILE), το οποίο ακριβώς αποτελεί την πεμπτουσία της κοσμικής κοινωνικότητος, και αδιαφορούμε για την μεταμόρφωση και την μετακένωση του θεοδοκτίκτου και θεοσώστου “είναι”, το οποίο αποτελεί το χρέος, την νοηματοδότηση και χρηστή ενεργοποίηση της κλήσεώς μας;

Όταν αλαζονευόμεθα στα λόγια για “αφοβία” προσλήψεως του κόσμου, δήθεν μιμούμενοι στη σύγχρονη εποχή αντίστοιχα πατερικά υποδείγματα, αλλά τελικά εκτρεπόμεθα σε ένα αντι­ποιμαντικό, αντιδιακονικό “εκμοντερνισμό”, σε ένα αδόκιμο συμψηφισμό εκκλησιαστικότητος και κοσμικότητος;

Όταν με “θεολογίζουσα” αιτιολογία χρησιμοποιούμε μέσα και μεθόδους από την κοσμικότητα του κόσμου, (μουσικολογικής και λοιπής τέχνης, τεχνολογίας, επικοινωνιακής πολιτικής, δυτικοτρόπως χρησιμοποουμένου άμβωνος κ.λ.) δήθεν για ποιμαντική του προσέγγιση, ενώ ουσιαστικά επιδιώκουμε να… “σωθούμε” εμείς μέσα από το σχήμα και τους μηχανισμούς του κόσμου, (να προβληθούμε, να ανελιχθούμε στη δημοσιότητα, να δημιουργήσουμε οπαδούς και πελατεία, να κατοχυρωθούμε, να αποφύγουμε ή να φιμώσουμε τους κοσμικούς και ουχί μόνον κριτές μας, να καταξιωθούμε, να διαπρέψουμε, δεδομένου ότι το κυρίαρχο στην κοσμικότητα δεν είναι η ενδοκοσμική αξιοποίηση των θεοσδότων ταλάντων, έστω αλλοιωμένων μεταπτωτικώς, αλλά έναντι του Θεού μια οιονεί αθεεί πορεία αυτοσωτηρίας και έναντι των λοιπών ανθρώπων ένας έντεχνος ευπροσωπών ατομικισμός);

Όταν διστάζουμε να διαλαλήσουμε με αποστολική και προφητική τόλμη τον πανίερο θησαυρό της ζώσης θεοκοινωνίας μας (εμπειρία του λαού του Θεού διά των Αγίων του από της Π.Δ. στην Κ.Δ. και συνεχώς δια της Ιεράς Παραδόσεως μέχρι σήμερα) και καταφεύγουμε αφ' ενός σε φιλοσοφικο­θεολογικές ωραιολογίες και περίτεχνες διατυπώσεις και αφ' ετέρου σε κηρύγματα πουριτανικώς κεκοσμημένου κοινωνικού καθωσπρεπισμού;

Όταν επεξεργαζώμεθα τέχνας αντί να θεολογούμε, επικαλούμενοι απλώς μια μακρά αγία και θεοδόξαστη παράδοση, την οποία εξέφρασαν άνθρωποι “παθόντες και μαθόντες τα θεία”, ώστε να οριοθετούν εν ασφαλεία την οδό της θεογνωσίας και θεοκοινωνίας; ενώ εμείς χωρίς να είμεθα ευπειθείς μαθητές τους, στην πράξη επαναπαυόμεθα στις δικές τους δάφνες και χρησιμοποιούμε το μεν θεοτίμητο παράδειγμά τους για να ισχυροποιήσουμε την δική μας θέση, την δε απλανή διδασκαλία τους για να στηρίζουμε την αυτάρεσκη θρησκευτική φλυαρία μας;

Όταν μέσα από τους ρητορισμούς μας δεν ευαγγελιζόμεθα τον Κύριον Ιησούν Χριστόν, ούτε οδηγούμε εις μετάνοιαν, ώστε να κατηχήσουμε και εισαγάγουμε στην Εκκλησία ως μοναδική οδό ζωής (κάθαρση, φωτισμός, θέωση), αλλά την πιστεύουμε πεπλανημένα και την προβάλλουμε αλλοιωμένα ως ένα ιστορικό θεσμό μεταφυσικών και ηθικιστικών αρχών (κατά το υπόδειγμα της δυτικής χριστιανοσύνης);

Όταν η ίδια η καθημερινή μας ζωή ως ποιμένων και διακόνων, πολλάκις ζωή χλιδής, κοσμικής δόξης, απολαύσεων, εφιππεύσεως σε LAND ROVER KAI HUMMER, συνιστά το χειρότερο αντιπαράδειγμα προς τον κόσμο, άκρως αντίθετο με το υπόδειγμα του Κυρίου και των μιμητών Του Αγίων,

ώστε σκανδαλιζόμενος ο λαός μας ή να απομακρύνεται τελείως από την Εκκλησία ή κατά το δικό μας παράδειγμα να ζη διπλή ζωή, διαχωρίζοντας την καθημερινή του ζωή από την θρησκευτική του ζωή, προάγοντας το χοϊκό πεπερασμένο σαρκίο έναντι Θεού τε και ανθρώπων και ουσιαστικά αλλοτριούμενος από τον Χριστό και την Εκκλησία;

Όταν φροντίζουμε να αναπαράγουμε στη στελέχωση της Εκκλησίας το ελαττωματικό ατομικό μας πρότυπο,δίκην “κλώνων”, παρόλο που έχουμε υποτυπωδώς συναίσθηση της ανεπαρκείας και αποτυχίας μας ως προς τα μέτρα και το ήθος της Εκκλησίας;

Όταν τελικώς αντιμετωπίζουμε την Εκκλησία οργανωτικά-ποιμαντικά-διακονικά ως “ατομικό μας φέουδο”, το οποίο χαρισματικώς κατεξουσιάζουμε, αντί να λειτουργούμε ως δούλοι του ποιμνίου για την αγάπη του Χριστού.

Όντως, χρειάζεται να ασκηθή πάνω μας μεγάλη προσπάθεια σε βάθος καρδιάς και πάνω απ’ όλα να το εκζητήσουμε διακαώς και να μας επισκιάσει το μέγα του Θεού έλεος, για να αρχίσουμε να διακρίνουμε τα όρια μεταξύ αλλοτριωτικής εκκοσμικεύσεως και ευαγγελικής εγκοσμικεύσεως της ποιμαντικής διακονίας μας.

Μόνον έτσι θα είμεθα έτοιμοι να διακρίνουμε σε κάθε περίσταση τον μεγάλο αυτό πειρασμό, που φαινομενικά δεν αποτρέπει τον ποιμαντικό “αλισμό”, αλλά “μωραίνει το άλας” της ποιμαντικοδιακονικής μας αισθήσεως και ζωής.

Διότι “όταν μωρανθή το άλας”, όταν πλέον στο ποιμαντικό μας φρόνημα και ήθος, ακολουθούμε μια εκκοσμικευμένη σύγχρονη έκδοση του Ευαγγελίου που δεν οδηγεί εις Χριστόν, και τούτο διότι δεν ζη εις την καρδίαν μας ο Χριστός αλλ’ ο κόσμος.