Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

AΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΜΟΥ ΒΕΣΙΝΑΙΟΙ, ΤΑΧΑ ΘΑ ΣΜΙΞΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ;

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (ΘΟΔΩΡΑΚΟΣ)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (ΧΟΖΟΒΑΣ)

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΦΥΓΑΝΕ ΚΑΙ ΘΑ ΜΑΣ ΛΕΙΠΟΥΝ, ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΩΜΕ ΤΟΝ ΑΓΥΡΙΣΤΟ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΔΡΟΜΟ.

ΙΣΩΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΩΜΕ ….ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΤΗΣ ΜΙΖΕΡΗΣ ΤΟΥΤΗΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΟΧΘΗ.

Αρχές Νοεμβρίου κάπου στο 1950 και το Βεσίνι έχοντας γευθεί το πρώτο χιόνι από Τα Αρκαδικά βουνά φερμένο, ζει τις χάρες της πάλαι ποτέ καλής εποχής του, χωρίς να του λείπει τίποτε το ουσιώδες, τα κρασιά έχοντας βράσει εντός των ευμεγεθών βαγενιών, ζεσταίνουν τα ισχνά τους κορμιά και δίνουν χρώμα στα άσαρκα και σκαμμένα από τον μόχθο και την αγριάδα της φύσης πρόσωπά τους, ο τραχανάς περισσός, μεστός γίδινου ξινόγαλου σε πρώτη γραμμή ζεσταίνει τα παγωμένα σωθικά των, η μανέστρα αποπνέουσα καλοκαιριάτικο άρωμα, δίνει έστω λίγες από τις ελλείπουσες πρωτεϊνες, τα γυφτοφάσουλα άριστο συνοδευτικό των βραδινών συνάξεων από σπίτι σε σπίτι διανθιζόμενα με τον εναπομείναντα τσιπουρίτη οίνο, αποτελούν άριστο έναυσμα για την διήγηση ιστοριών με μάχες, πολέμους, νεραϊδες, φαντάσματα,καταχωνιασμένους και βρυκόλακες, κάνοντας τα μικρά παιδιά να τρέμουν ανάμεσα στα άγρια σαϊσματα και τις μάλλινες μαντανίες, στρωμμένες επάνω στο χωμάτινα δάπεδα.

O εμφύλιος έχει τελειώσει και τα πολιτικά πάθη έχουν καταλαγιάσει, στα παιδιά δεν λείπει τίποτε, όχι γιατί υπάρχει κάτι, αλλά γιατί απλώς δεν γνωρίζουν ότι υπάρχει και κάτι διαφορετικό απ’ όσα το χωριό παράγει, ξύγκι χοιρινό για λάδι, καρύδια και μύγδαλα για ξηρούς καρπούς, αγριοκάστανα για επιδόρπιο και κομμάτια κρούσταλλα για γλειφιτζούρια.

Τα πάντα κινούνται σε μεμονωμένο, και θολό τοπίο. Η ενημέρωση περιορίζεται στο κουτσομπολιό και στα σηκοπειθώματα, κυκλοφορεί και καμιά σιάτουρα -(σκωπτικά έμμετρα γραμμένα από άγνωστους πάνω σε μπακαλόχαρτα και αφημένα στην μεγάλη του χωριού βρύση)- με τα κατορθώματα κάποιας ζωηρής γαμπρίζουσας, (ο πόλεμος είχε αφήσει κάποιες χήρες και ήσαν νέες οι δόλιες, προς τούτο προτιμούσαν να τα πούνε FORTE σε καμμιά πουρναροφωλιά με κανέναν νεαρό μυστικοπαθή ανύπαντρο τσοπανάκο, παρά MORTE με τον Άγιο Πέτρο στην πόρτα του Παράδεισου.

Όταν θα γερνούσαν και οι χυμοί θα κατέβαιναν στις ρίζες, ας ήταν καλά το πετραχήλι του παπα-Θόδωρου από του Νάσια, που θα τους έδινε την καλύτερη συστατική για τον ουρανό επιστολή).

Ψυχαγωγία ευτυχώς υπήρχε στο FULL, στα γιορτάσια των ανδρών, –την εποχή εκείνη οι γυναίκες δεν γιόρταζαν-, στα πανηγύρια και σε άλλες απρογραμμάτιστες φάσεις, στα γλέντια πάντως γινόταν το ‘’έλα να ιδείς.’’..από νυκτός μέχρι πρωίας, η φτώχεια-φτώχεια και το γλέντι-γλέντι.

Τις καθημερινές οι άνδρες μετά το συγύρισμα των γιδοπροβάτων έβγαιναν στα καφενεία για κάποιο τσίπουρο ή για κανένα κατοστάρι κρασί, όσοι φυσικά είχαν τον ανάλογο οβολό, οι ενδεείς απλώς έλεγαν ότι δεν είχαν όρεξη, όσο και αν τα μάτια, τους πρόδιδαν.

Ένα από τα μαγαζιά που μεσουρανούσαν τότε, ήταν και του Θοδωράκου κάτω ακριβώς από το σπίτι της Γκούμενας, επάνω από του παπά την λάκα και δίπλα στο ρέμα της Εκκλησιάς όπου η άγρια του νερού ροή, ήταν κάτι το φοβερό για εκείνα τα χρόνια όταν οι απότομες κατεβασιές είχαν πνίξει και κάποιους χωριανούς.

Ασφαλώς ελάχιστα πράγματα είχε το μαγαζί, κρασί, τσίπουρο, κάποια τσιγάρα Καραβασίλη χύμα, καμιά παστή σαρδέλα, λίγες ρέγγες, αρκετό μπακαλιάρο, μπόλικο χοντρό αλάτι μονοπωλίου συνήθως κατάμαυρο, ικανή ποσότητα ποτάσας, κανένα λουλάκι, κάποια μολυβοκόντυλα ανακατεμένα με μουλαρόκαρφα και πέταλα, και λίγο πετρέλαιο για τους τσιμπλήδες,-(μικρές, υποτυπώδεις λάμπες)- που από την βρώμα του, ακόμα και τους πεθαμένους στο νεκροταφείο του Αϊ-Βασίλη ξεσήκωνε.

O Θοδωράκος ευχάριστος άνθρωπος, καλός νοικοκύρης και οικογενειάρχης και ο μοναδικός βαρελοτεχνίτης-βαγενοποιός της πέτρινης εκείνης εποχής, πίσω από τον ξύλινο μπεζαχτά,

αποτελούσε κεντρομόλο για τους Βεσιναίους δύναμη, οι γέροι για καμιά πρέφα, οι φτωχοί για κανένα βερεσέδι, και οι ανύπαντροι ερωτύλοι νέοι –(του Πλατωνικού έρωτα ακούσιοι οπαδοί)- για να χορτάσουν τα πεινασμένα μάτια τους με γυναικείες μορφές, γιατί ο Θοδωράκος, είχε πέντε κορίτσια και ήσαν όλα πανέμορφα.

Εκείνο λοιπόν το παγερό Νοεμβριάτικο και κρύο βράδυ όπου η αυτοσχέδια μεγάλη ξυλόσομπα έκαιε ασταμάτητα μεγάλα κούτσουρα από τα δένδρα της μεγάλης ράχης, και που και που τα καστανόξυλα έσκαζαν πετώντας και καμιά σπίθα στα καταλασπωμένα τσόχινα των θαμώνων παλιοπαντέλονα,

ο Θοδωράκος ήταν στα κέφια του, έκανε τις βόλτες του πίσω από το τεζάχι, και απαντούσε ευχαριέστατα στους πελάτες του, και ήταν καταχαρούμενος, ώσπου είδε τον Χόζοβα τον Χρήστο, έντιμο και καλό χωριανό και πολυφαμελίτη, αλλά πολύ φτωχό, και όσο να ήταν αποτελούσε φύρα για το μαγαζί, άσε που όποιον έβαζε στο χέρι κινδύνευε να πάρει πίσω τα δανεικά ή τα βερεσέδια, γιατί ο δόλιος ήταν φτωχός για εκείνο τον καιρό, οπότε η έρμη φτώχεια και ανέχεια τον έκανε ασυνεπή, και επί πλέον ήταν πολύ φιλότιμος που ότι και αν είχε το μοιραζόταν με τους φίλους του, όπως και με τον πατέρα μου τον Χειμωνοχρηστάκο Καρυδά, Φύσουλα ή Πανουτσακόπουλο, που και αυτός ήταν στην ίδια με τον Χοζοβοχρήστο μοίρα, γι αυτό ήσαν και αχώριστοι.

{Σώγαμπροι και πάμφτωχοι και οι δύο, και ο πατέρας μου τουλάχιστον, μικρορφανεμένος από τον πατέρα του και αποκληρωμένος από την μάνα του, λόγω αδυναμίας της στον μεγάλο αδελφό του.

Τους θυμάμαι που πήγαιναν για κυνήγι και δεν είχαν ούτε σκάγια για να γιομίσουν κάτι εμπροσθογεμείς καραμπίνες που είχαν από την εποχή του Ιμπραήμ πασά, (έκοβαν πρόγκες σε μικρά κομματάκια και τα στούπωναν με προβατόμαλλα μέσα στις κάννες με κάτι παλιόβεργες από κυδωνιά)}

Κατάλαβε λοιπόν ο Θοδωράκος τι γύρευε η αλεπού στο παζάρι, και άρχισε τα κόλπα παίζοντας για να τον προγκήξει (διώξει με τρόπο), λέγοντάς του ότι τα πράγματα ήσαν δύσκολα και ότι υπήρχαν αφραγκίες, γιατί νόμισε ότι ο πελάτης θα τον κάρφωνε με δανεικά,

έλα όμως που ο Χόζοβας ήταν καταφερτζής, μεθοδικός, υπομονετικός, πανέξυπνος, ετοιμόλογος και καλαμπουρτζής, και εκείνο το βράδυ δεν πήγε για δανεικά, απλά είχε πεθυμήσει μπακαλαίο, και πριν ο Θοδωράκος δημιουργήσει αρνητική άμυνα, μπήκε στο θέμα αμέσως, ότι δηλαδή είχε ξένους και ήθελε κάτι να τους τρατάρει, γι’ αυτό ήθελε ένα φελί και θα το πλήρωνε σε πρώτη ευκαιρία.

Ο Θοδωράκος ήξερε ότι αυτή η ευκαιρία θα αργούσε και προσπαθούσε όσο μπορούσε να τον αποφύγει, κοιτάζοντάς τον περίεργα και περπατώντας συνεχώς παλινδρομικά και ταχύτερα πίσω από τον μπεζαχτά, κάνοντας πως δεν καταλάβαινε τις λιγούρες του Χόζοβα.

Ο παλιοχόζοβας βλέποντας τούτο το παράξενο, κατάλαβε που το πήγαινε αλλά δεν είχε και άλλη λύση, γιατί στο μαγαζί του Φώτη και του Θεοδόση δεν τον σήκωνε το κλίμα.

Στου Ζαφειροφώτη (Φώτης Ζαφειρόπουλος) ήταν ο Τσεκουλόγιαννης ( Γιάννης Πανουτσακόπουλος) που τον είχε βάλει μέσα με δανεικά και στου Θεοδόση (Χρήστου Χριστόπουλου) ήσαν ο γέροΤσουραπόγιαννης (Γιάννης Πανουτσακόπουλος) με τον ΡουσγουτοΠέτρο (Πέτρος Γιαννακόπουλος), μεγάλοι τσιγκλιστές του, και δεν είχε καθόλου όρεξη εκείνο το βράδυ για πλάκες, αναμπερτσούκλια και δουλέματα, όχι γιατί κώλωνε αλλά γιατί η δουλειά με τον βακαλάο προηγείτο.

Ανάγκα λοιπόν και ο Χόζοβας είχε πεισθεί πως θα καταπιεί του Θοδωράκου τα κινίνα ώσπου να κάνει τη δουλειά του, και τάχα λοιπόν απορημένος του λέει:

- Ρε Θοδωράκο τι κάνεις τώρα πηγαίνοντας σαν ανεμοδούρας πέρα δώθε; Δε βλέπεις ότι οι άλλοι γελάνε με μας;

Θα μου δώσεις επιτέλους βερεσέ ή σκοπεύεις να με μουρλάνεις;

- Kαι ο Θοδωράκος του λέει:

- Σου κάνω σουίτσια- (ευφήμως κοροϊδευτικές πέρα-δώθε κινήσεις)- ρε μάγγα, αλλά άσε πρώτα να χορτάσω την αφεντιά σου και όταν τελειώσω τα κόλπα μου, θα σου δώσω μια μικρή πέτσα, και τα Νικολοβάρβαρα θα με πληρώσεις εξάπαντως για να φέρω πράγματα για τις γιορτές.

-

Πραγματικά αφού του έσπασε για καλά τον τσαμπουκά, του έδωσε τον μπακαλιάρο λέγοντάς του ειρωνικά αν ήθελε και ….μυρουδικά… και έμεινε αρκετά…ανήσυχος.

Είχε ευχαριστηθεί τουλάχιστον και θαυμάσει την γαϊδουρινή του Χόζοβα υπομονή.

Πέρασαν λοιπόν οι μέρες, πέρασε του Αϊ-Φιλίππου, φύγανε τα Νικολοβάρβαρα και ο Χόζοβας ακόμα να φανεί,

ώσπου νάτος φρέσκος, περιχαρής, καμαρωτός και ακμαίος την παραμονή των Χριστουγέννων και πάλι στο μαγαζί παρών.

Ο Θοδωράκος δεν έχασε την ευκαιρία και μετά τις ανάλογες πλάγιες και ευθείες μπηχτές, του θύμισε το χρέος, και τότε ο Χόζοβας γελώντας πονηρά στους φίλους του, με το μοναδικό του στύλ άρχισε να του δίνει και ρέστα, βάζοντας τα χέρια πίσω από την μέση του, ξεκίνησε να ψιλοχορεύει πέρα δώθε σιγοσφυρίζοντας μάλιστα ανέμελα, κοιτάζοντας επάνω, μέχρι που ο Θοδωράκος τα πήρε στο κρανίο και νευριασμένος του λέει:

-Μα ρε Χρήστο τι είναι αυτό το καραγκιοζλίκι που μου κάνεις σια-πέρα σια-δώθε, χορεύοντας σαν πριμαντόνα;. Δε φθάνει που με γέλασες, μου κάνεις και τον παλαβό!

Kαι ο πανέξυπνος Χόζοβας- που θυμόταν το χουνέρι με τα σουίτσια-, του λέει:

-Όχι μωρέ αφού ξέρεις πόσο μου έλειψες γι΄ αυτό τώρα σε φουμάρω ώσπου να σε χορτάσω και αφού σου κάνω και ολίγες κόνξες -(ζίκ-ζάκ)-, θα ξεχρεώσω πρώτα για τα σουίτσια που μου έκανες πριν μου δώσεις το ψαρικό.

Πέντε σουίτσια δικά σου και δέκα κόνξες δικές μου, όλα τα κερδίζει ο μαγαζάτορας, βλέπεις εγώ είμαι και κουβαρντάς.

Ασφαλώς μετά πλήρωσε τον Θοδωράκο γιατί είχε πάει στο Αίγιο για μεροκάματο και είχε κάποια ψιλά στην τσέπη του….. έστω για λίγες μέρες ακόμα….

ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΖΑΣΤΟΒΑΣ ΠΑΝΑΧΑΪΚΟΥ.