Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

Επίκαιρον...Ο σατανάς πουλάει χρησιμοποιημένα προϊόντα

ΖΑSΤΟVA ROMANOS PATRAS.

Satan sells used objects

By Paulo Coelho

Needing to adapt to the new times, Satan decided to get rid of a whole lot of his stock of temptations. He placed an ad in the newspaper and attended his customers all day in his workshop.

It was a fantastic stock: stones for the virtuous to stumble over, mirrors for increasing one’s self-importance, and spectacles that reduced the importance of others. Some objects hanging on the wall drew a lot of attention: a dagger with a curved blade to be used on someone’s back, and tape-recorders that registered only gossip and lies.

- Don’t worry about the price! – shouted old Satan to the potential customers. – Take it home today and pay for it whenever you can!

One of the visitors noticed two tools lying in a corner that seemed to be quite worn and attracted little attention. But they were very expensive. Curious, he wanted to know the reason for that apparent discrepancy.

- They are worn because they are the ones that I use most of all – answered Satan with a laugh.

- If they drew a lot of attention, people would know how to protect themselves.

- However, they are both worth the price I am asking for them: one is Doubt, the other is the Inferiority Complex. All the other temptations can sometimes fail, but these two always work.

…………………………………………………………………………………

Ο σατανάς πουλάει χρησιμοποιημένα προϊόντα

Πάολο Κοέλιο

Πηγή:http://paulocoelhoblog.com/2008/11/06/satan-sells-used-objects/

Μετάφραση:παπαΖαστόβης Χαράλ. Ντελής-Πανου.

Θέλοντας να προσαρμοστεί στις νέε εποχές, ο Σατανάς αποφάσισε να ξεφορτωθεί πολύ από το απόθεμα των πειρασμών του. Έβαλε μία αγγελία στην εφημερίδα και υποδεχόταν τους επισκέπτες του όλη μέρα στο μαγαζί του.

Ήταν ένα φανταστικό απόθεμα : πέτρες για να σκοντάφτουν οι αγαθοί, καθρέφτες για να αυξάνεται ο εγωισμός κάποιου, και γυαλιά για να μειώνεται η σημαντικότητα των άλλων. Κάποια αντικείμενα κρεμασμένα στον τοίχο τραβούσαν πολύ την προσοχή: ένα στιλέτο με καμπυλωτή λεπίδα για να χρησιμοποιείται στην πλάτη κάποιου, και μαγνητόφωνα που κατέγραφαν μόνο κουτσομπολιά και ψέματα.

- Μην ανησυχείτε για την τιμή! - φώναξε ο γέρο Σατανάς στους πιθανούς πελάτες. - Πάρτε το σπίτι σήμερα και πληρώστε το όποτε μπορείτε!

Ένας από τους επισκέπτες παρατήρησε δύο εργαλεία πεταμένα σε μια γωνιά που φαίνονταν αρκετά φθαρμένα και τραβούσαν λίγη προσοχή. Αλλά ήταν πολύ ακριβά. Περίεργος, ήθελε να ξέρει το λόγο για την προφανή αντίφαση.

- Είναι φθαρμένα γιατί είναι αυτά που χρησιμοποιώ περισσότερο από όλα - απάντησε ο Σατανάς με ένα γέλιο. - Αν τραβούσαν πολύ την προσοχή, οι άνθρωποι θα ήξεραν πως να προστατευτούν.

- Παρόλα αυτά, και τα δύο αξίζουν την τιμή που ζητάω για αυτά : το ένα είναι η Αμφιβολία, το άλλο είναι το Σύμπλεγμα Κατωτερότητας. Όλοι οι άλλοι πειρασμοί μερικές φορές αποτυγχάνουν, αλλά αυτοί οι δύο δουλεύουν πάντα.

Επιθυμώντας δε επί τούτου του ακροτελεύτιου να τοποθετηθώ, θα έλεγα με στεντόρεια τη φωνή:

Ότι αυτοί οι δύο πειρασμοί συνίστανται και σε ανίατη ασθένεια εκ της οποίας νοσούν πάμπολλοι ηγέτες και ταγοί -(πολιτικοί και θρησκευτικοί)- εν Ελλάδι, που εκπροσωπούν πάσαν αρχήν και εξουσίαν εντός και εκτός τειχών, κάνοντας την ζωήν ημών των δύσμοιρων και πενήτων Νεοελλήνων βασανιστικοτάτην, υποτασσόμενοι αμαχητί είτε στο Δ.Ν.Τ., είτε στην ζέστη των πολυκαρποφόρων καθεδρών των.

Διότι αυτοί, ασχέτως εάν περί άλλων τυρβάζουν, έχουν πράξεσι αφιερωθεί σώμα, πνεύμα και ψυχή εις το να διαφυλάξουν την εξουσίαν τους και τους «κολλητούς» τους, αδιαφορώντας εάν εμάς τους χωρίς «θείο» και χρήμα μας πάρει ο …«Βερζεβούλης», --------------.Zastovis priest.

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

ΖΑΣΤΟΒΑ.Το τόξο το βέλος και ο στόχος.

The bow, the arrow and the target

By Paulo Coelho

We are all archers of divine Will. And so it is absolutely essential that we know what instruments we have at our disposal.

The bow

The bow is life: all energy emanates from it.

The arrow will be shot one day.

The target is far away.

But your life will always be with you, and you have to know how to take proper care of it.

It needs periods of inactivity – a bow that is always ready, in a state of tension, loses its potency. So, accept rest to recover your firmness: in this way, when you stretch the string, your strength will be intact.

The bow has no conscience: it is a prolongation of the archer’s hand and desire. It serves to kill or to meditate. So, always be clear about your intentions.

A bow is flexible, but it also has its limits. Any effort beyond its capacity will break it, or else tire out the hand that holds it fast. By the same token, do not ask of your body more than it can do. And understand that one day old age will arrive – and that this is a blessing, not a curse.

To keep the bow elegantly open, have each part do only what is necessary, and do not waste your energy. This will enable you to shoot lots of arrows without growing tired.

The arrow

The arrow is your intention. It is what joins the strength of the bow to the center of the target.

Our intentions have to be crystal-clear, straight and well balanced.

Once it leaves, it will not return, so it is better to interrupt a process – because the movements that led up to it were not precise and correct – than to act in any way just because the bow was already taut and the target already waiting.

But never fail to show your intention if the only thing that paralyzes you is the fear of making a mistake. If you perform the right movements, open your hand and release the string, take the necessary steps and face your challenges. Even if you do not hit the target, you will know how to correct your aim the next time.

If you do not take risks, you will never know the changes that needed to be made.

The target

The target is the objective to be attained.

It was chosen by you. Here lies the beauty of the path: you can never apologize by saying that the adversary was stronger. Because it was you who chose your target, and you are responsible for it.

If you look on the target as an enemy, you might even make a good shot but you will not manage to improve anything in yourself. You will spend your life just trying to put an arrow in the center of something made of paper or wood, which is absolutely useless. And when you are with other people you will complain all the time that you do not do anything interesting.

That is why you need to choose your objective, do your very best to attain it, look upon it with respect and dignity: you have to know what it means, how much effort it has taken, how much training and intuition.

When you look at the target, concentrate not just on it but on everything going on around you, because when the arrow is shot, it will have to deal with factors that you miss, such as wind, weight and distance.

The objective only exists insofar as a man is capable of dreaming of reaching it. What justifies its existence is desire – or else it would be something dead, a distant dream, a daydream.

So, just as intention seeks its objective, the objective likewise seeks man’s intention, for that is what gives our life a meaning: it is no longer just an idea, but the center of the archer’s world.

…………………………………………………………………………………

ΖΑΣΤΟΒΑ ΡΩΜΑΝΟΥ ΠΑΤΡΑ.

Το τόξο, το βέλος και ο στόχος

Πηγή: http://paulocoelhoblog.com/category/stories/

Μετάφραση: ΠαπαΖαστόβης, Χαράλαμπος Ντελής-Πανουτσακόπουλος

Όλοι είμαστε τοξότες της Θείας βούλησης. Και έτσι είναι απολύτως ουσιώδες να γνωρίζουμε τι όπλα έχουμε στην διάθεσή μας.

Το τόξο

Το τόξο είναι η ζωή: όλη η ενέργεια προέρχεται από αυτή.

Το βέλος θα ριχτεί μια μέρα.

Ο στόχος είναι μακριά.

Αλλά η ζωή θα είναι πάντα μαζί σας, και πρέπει να γνωρίζετε πώς να την προσέχετε σωστά.

Χρειάζονται περίοδοι αδράνειας – ένα τόξο που είναι συνέχεια έτοιμο, σε κατάσταση έντασης, χάνει την αποτελεσματικότητά του. Έτσι, δεχτείτε την ξεκούραση για να ανακτήσετε την σταθερότητά σας: με αυτό τον τρόπο, όταν τεντώνετε το σκοινί, η δύναμή σας θα είναι άθικτη.

Το τόξο δεν έχει συνείδηση: είναι μια επιμήκυνση του χεριού του τοξότη και της επιθυμίας του. Χρησιμεύει για να σκοτώσει ή να διαλογιστεί. Έτσι, πάντα να είστε σίγουροι για τις προθέσεις σας.

Ένα τόξο είναι ευλύγιστο, αλλά έχει και τα όριά του. Οποιαδήποτε προσπάθεια πέρα από την ικανότητά του θα το σπάσει, ή αλλιώς θα κουράσει το χέρι που το κρατά γρήγορα. Με την ίδια συμβολικότητα , μην ζητάτε στο σώμα σας περισσότερα από αυτά που μπορεί να κάνει. Και καταλάβετε ότι μια μέρα η μεγάλη ηλικία θα φτάσει – και ότι αυτό είναι ευλογία, όχι κατάρα.

Για να κρατήσετε το τόξο κομψά ανοιχτό, κάθε μέρος να κάνει μόνο ότι είναι απαραίτητο, και μην σπαταλάτε την ενέργειά σας. Αυτό θα σας επιτρέψει να ρίξετε πολλά βέλη χωρίς να κουράζεστε.

Το βέλος

Το βέλος είναι η πρόθεσή σας. Είναι αυτό που συγκεντρώνει τη δύναμη του τόξου στο κέντρο του στόχου.

Οι προθέσεις μας πρέπει να είναι ξεκάθαρες, ευθείς και ισορροπημένες.

Από τη στιγμή που θα φύγει, δεν θα επιστρέψει, έτσι είναι καλύτερα να διακοπεί μία διαδικασία – γιατί οι κινήσεις που οδήγησαν σε αυτό δεν ήταν ακριβείς και σωστές – από το να ενεργείτε με ένα τρόπο μόνο και μόνο γιατί το τόξο ήταν ήδη τεντωμένο και ο στόχος ήδη περίμενε.

Αλλά ποτέ μην παραλείπετε να δείξετε το φόβο σας εάν το μόνο πράγμα που σαν παραλύει είναι ο φόβος του να κάνετε ένα λάθος. Εάν κάνετε τις σωστές κινήσεις, ανοίξτε το χέρι σας και αφήστε το σκοινί, λάβετε τα σωστά βήματα και αντιμετωπίστε τις προκλήσεις. Ακόμη και αν δεν χτυπήσετε το στόχο, θα ξέρετε πώς να διορθώσετε την σκόπευση σας την επόμενη φορά.

Εάν δεν πάρετε ρίσκα, ποτέ δεν θα μάθετε τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν.

Ο στόχος

Ο στόχος είναι ο στόχος που πρέπει να επιτευχθεί.

Επιλέχθηκε από εσάς. Εδώ είναι η ομορφιά της διαδρομής: δεν μπορείτε ποτέ να απολογηθείτε λέγοντας πως ο αντίπαλος ήταν δυνατότερος. Επειδή εσείς ήσασταν αυτοί που επιλέξατε το στόχο σας, και είστε υπεύθυνοι για αυτό.

Αν βλέπετε τον στόχο ως εχθρό, μπορεί και να ρίξετε μια καλή βολή αλλά δεν θα καταφέρετε να βελτιώσετε τίποτα στον εαυτό σας. Θα ξοδέψετε τη ζωή σας απλά προσπαθώντας να βάλετε ένα βέλος στο κέντρο κάποιου πράγματος φτιαγμένου από χαρτί ή ξύλο, το οποίο είναι τελείως άχρηστο. Και όταν είστε μαζί με άλλους ανθρώπους θα παραπονιέστε συνέχεια για το ότι δεν κάνετε τίποτα χρήσιμο.

Για αυτό χρειάζεται να επιλέξετε το στόχο σας, να βάλετε τα δυνατά σας να τον επιτύχετε, να τον βλέπεται με σεβασμό και αξιοπρέπεια: πρέπει να γνωρίζετε τι σημαίνει, πόση προσπάθεια έχει, πόση προπόνηση και ένστικτο.

Όταν κοιτάτε το στόχο, συγκεντρωθείτε όχι μόνο σε αυτόν αλλά σε όλα γύρω σας, γιατί μόλις το βέλος ριχθεί, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει παράγοντες που αγνοείτε, όπως ο άνεμος, το βάρος και η απόσταση. Ο στόχος υπάρχει μόνο στο βαθμό που ο άνθρωπος είναι ικανός να τον ονειρευτεί και να τον φτάσει. Αυτό που δικαιολογεί την ύπαρξή του είναι η επιθυμία – αλλιώς θα ήταν κάτι νεκρό, ένα μακρινό όνειρο, μια ονειροπόληση.

Έτσι, όπως η πρόθεση αναζητά το στόχο της, ο στόχος ομοίως αναζητά την πρόθεση του ανθρώπου, επομένως αυτό που δίνει νόημα στη ζωή : δεν είναι μόνο μια ιδέα, αλλά το κέντρο του κόσμου του τοξότη.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

ΘΑΡΣΕΙΤΕ! ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΥΧΑΙΑ...

ΕMEIΣ ΟΙ ΠΤΩΧΟΙ ΚΑΙ ΑΣΗΜΟΙ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ ΘΑ ΒΡΟΥΜΕ ΔΙΚΑΙΟ,

ΟΠΟΤΕ ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗ ΧΟΛΟΣΚΑΜΕ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΝΤΩΝ.

…ΜΟΝΟΝ Η ΦΟΝΙΣΣΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ,

ΑΠΕΘΑΝΕ ΜΕΤΑΞΥ ΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ….

Άνθρωπος δικαιότατος κάποιος, βλέποντας πολλά ακατανόητα γι' αυτόν δρώμενα, γεγονότα σε παρελθόντα και παρόντα χρόνο, είχε προβληματισθεί στα μάλα, κυρίως δε στον τομέα του καταμερισμού της ανταποδώσεως, όσον αφορά τα πεπραγμένα ή τα πραττόμενα τινών συνανθρώπων, οι οποίοι καίτοι άδικοι και βιαστές κάθε αξίας, θεσμού, ιδανικού και παντός υπέρτερου αυτών, παρέμεναν αλώβητοι από πάσης δικαιοκρισίας, κυρίως ανθρωπίνης αλλά επί γης ακόμη και Θείας, εφ' όσον διαπρυτανεύεται ότι: « εστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά.»

Αντιθέτως δ’ έτέρους καλούς καγαθούς, να ταλαιπωρούνται και να αδικούνται παντοειδώς, στο μικρό τούτης της ζωής ταξίδι.

Παρ΄όλη την καλήν αυτού προαίρεση εδυσκόλευετο να δώσει λογική στην απορία του απάντηση, αν και σε κληρικούς και σε μαϊστορες του κοσμικού πνεύματος απευθύνθει, ικανοποιητική γι΄ αυτόν απάντηση δεν υπήρξε, με συνέπεια να μη πιστεύει ούτε σε ανθρώπινη ούτε σε θεία δικαιοσύνη.

Οι μεν ερωτηθέντες κληρικοί του έλεγαν «άγνωστες τέκνον οι βουλές του Θεού», απάντηση που την έβρισκε όσον αφορά τα λόγια τους κατανοητή, αλλά ψάχνοντάς το και στις πράξεις αυτών καθορούσε ότι και αυτοί την ιδίαν αδικία ποιούσαν, από την διανομή του αντιδώρου μέχρι την ταφή του καθενός.

Ναι μεν έψαλλαν το πλούσιος ή πένης αλλά αλλιώς βαπτίζονταν, παντρεύονταν και «φυτεύονταν» οι επώνυμοι και πλούσιοι, αλλιώς οι φτωχοί και οι άσημοι.

Από τη μια μεριά κουστωδίες και δικανικοί από την άλλη «ξέπλυμα και τηγάνι».

Ο παντεπόπτης όμως Θεός γνωρίζοντας τις λογικές αυτού αναζητήσεις και ασφαλώς το έσω αυτού καλοκάγαθο, απεφάσισε να του δώσει να καταλάβει το ανεξιχνίαστο εις τους ανθρώπους των λαμβανόντων χώρα εις τον μικρόκοσμο της πεπερασμένης ζωής τούτης, και ότι δεν γίνεται απολύτως τίποτε τυχαία.

Άλλο Πιέρ Πώλ Γκρασσέ, άλλο Ζακ Μονό και άλλο ύψιστο Θεία παρέμβαση με σωτήριες τελολογικές παραμέτρους.

Ημέρα λοιπόν κάποια, οδοιπορών ο δίκαιος, αλλά τα τέλεια και συμπερασματικά αναζητών άνθρωπος, ευρέθη μακράν του τόπου του, καταμεσήμερο, πεζοπορών κατάμονος, εις κάποια λοιπόν πηγή συνάντησε έναν Μοναχό πού έτρωγε το ψωμάκι του και ως φυσικόν τον προσκάλεσε να μετάσχει στο φτωχό του γεύμα.

Μετά τα πρώτα λοιπόν αναγνωριστικά αποφάσισαν να συνοδοιπορήσουν, γιατί τότε και ερημιά υπήρχε και ληστές καραδοκούσαν, άλλωστε όπως του είπε ο Μοναχός εις πολλά ερωτήματά του ενδεχομένως να εύρισκε και απαντήσεις, λόγω όμως της αφόρητης ζέστης κάθισαν να ξεκουρασθούν πίσω από μερικούς θάμνους όπου είχε πυκνή σκιά.

Ενώ λοιπόν χαλάρωναν να, και ένας Τούρκος πασάς με την συνοδεία του σταμάτησαν να δροσισθούν, καθώς όμως ο πασάς έσκυψε, το πουγκί με τις λίρες που είχε μαζί του, έπεσε δίπλα στην πηγή χωρίς να το πάρει είδηση, ούτε και οι φίλοι μίλησαν από τον φόβο τους, περίμεναν λοιπόν να δούνε τι θα γίνει, ώσπου να, ένας τσοπάνος πιάνοντας νερό βρήκε τις λίρες και έγινε «καπνός».

Μετά λίγο να και ένας άλλος διαβάτης κάθισε να πάρει ανάσα μία.

Εν τω μεταξύ ό πασάς αναζητώντας το πουγκί, κατάλαβε ότι του έπεσε στο κεφαλόβρυσο και με την συνοδεία του γύρισε να το ψάξει, και βρίσκοντας τον ανυποψίαστο διαβάτη δίπλα στην πηγή, ως φυσικό απαίτησε να του δώσει τις λίρες του, αφού όμως ο περαστικός ήταν άσχετος αρνήθηκε ότι βρήκε κάτι, και ο πασάς οργισμένος του έκοψε το κεφάλι.

Βλέποντας ο δίκαιος άνθρωπος τούτη την μεγάλη αδικία, άρχισε να λέγει στον Μοναχό ότι άδικα κοπιάζει με νήψη, νηστεία, προσευχή και αγρυπνία εφ΄όσον ο Θεός όπως είδαν, άφησε να γίνει αυτή η αδικία, άλλος πήρε τις λίρες και άλλον επέτρεψε ο Θεός να σκοτώσει ο πασάς, ο Μοναχός όμως επιτίμησε τον αμφισβητία λέγοντάς του, ότι αμαρτάνει και είναι παράλογο ο χοϊκός άνθρωπος να κρίνει τον Πλάστη του.

Αφού λοιπόν δρόσισε ξεκίνησαν, γιατί είχαν πολύ δρόμο να κάνουν και δεν ήθελαν να νυχτώσουν στην ερημιά, αλλά να φθάσουν στο κοντινότερο χωριό, ενώ λοιπόν πλησίαζαν κατάκοποι, ο καιρός άλλαξε άρδην και άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς κάνοντάς τους μούσκεμα μέσα στο σκοτάδι, γιατί είχε πλέον βραδιάσει.

Μπαίνοντας στο χωριουδάκι εκείνο του βουνού, και μη βρίσκοντας χάνι άρχισαν να κτυπούν τις πόρτες για φιλοξενία, αλλά δυστυχώς κανένας δεν τους άνοιγε, ώσπου απελπισμένοι κτύπησαν και σε μια φτωχοκαλύβα και για καλή τους τύχη τους άνοιξαν, ήταν ένα ζευγάρι με το μοναχοπαίδι τους και έτρωγαν το βραδινό τους, καλωσόρισαν λοιπόν τους ξένους, περιποιήθηκαν τον Μοναχό με σεβασμό, τους έβαλαν τζάκι να στεγνώσουν και μοιράστηκαν μαζί τους το φτωχικό τους φαγητό.

Αφού λοιπόν στέγνωσαν και έφαγαν τους έβαλαν να κοιμηθούν ενώ η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει λες και είχαν ανοίξει οι καταρράχτες του ουρανού.

Ο δίκαιος αποκοιμήθηκε ακούγοντας τον Μοναχό να προσεύχεται, και ενώ είχε περάσει το στάδιο ΝREM και βρισκόταν στην φάση REM, ο Μοναχός τον ξυπνά απότομα λέγοντάς του να φύγουν άρον-άρον, γιατί τους σκότωσε το μοναχοπαίδι και αν ξυπνούσαν θα τους σκότωναν.

«Τρελαμένος» ο δίκαιος με την αψυχολόγητη του Μοναχού δολοφονική, αναίτια και επαίσχυντη πράξη, σηκώθηκε αλλόφρων βρίζοντας τον Καλόγηρο, και έφυγαν μέσα στα μεσάνυχτα και την βροχή σαν κλέφτες.

Βγαίνοντας από το χωριό όμως και ενώ δίπλα σε ένα πλουσιόσπιτο είχε καταρρεύσει η μάντρα του κήπου, ο Μοναχός πάλι ακατανόητα εστάθη μέσα στην νεροποντή, τους κεραυνούς του καλοκαιριού και τα μπουμπουνητά να κτίζει την μάντρα.

Ε! τότε ήταν που τα έχασε τελείως ο δίκαιος, βρίζοντας τον Μοναχό που αντί να του αποδείξει όπως του είπε, την Θεϊκή πρόνοια και δικαιοσύνη τον έκανε τελείως άθεο, όσο και αν είχε συμπαθήσει αυτόν που είχε αφιερωθεί στο Μοναστήρι και είχε ορκισθεί πίστη στο Θέλημα του Θεού.

Τότε λοιπόν ο Μοναχός τον επιτίμησε και πάλι σφόδρα, και αμέσως μετεμορφώθη σε φωτεινόν Άγγελο, λέγοντάς του και εξηγώντας του ότι, ό,τι γίνεται, γίνεται πάντοτε για κάποιον σημαντικό και σωστικό για τους ανθρώπους λόγο, και ότι είναι αδύνατον για τον ανθρώπινο νου να συλλάβει πράγματα πέρα από την ατελή ανθρώπινη κρίση, επισυνάπτοντας ότι:

Τις λίρες που έπεσαν του Τούρκου πασά και βρήκε ο τσοπάνος εκείνος, τις είχε κλέψει ο πασάς από τον πατέρα του.

Ο πατέρας του διαβάτη που σκότωσε ο πασάς, είχε σκοτώσει τον πατέρα του πασά.

Το μοναχοπαίδι που σκότωσα εγώ θα έφερνε περισσότερο πόνο στους γονείς από εκείνον που τους προξένησα, γιατί θα εγίνετο πολύ αμαρτωλός και κακός όταν μεγάλωνε, φέρνοντας καταστροφές στην κοινωνία.

Την μάντρα του πλουσίου που έκτισα μέσα στην μπόρα, την έκτισα γιατί στα θεμέλιά της υπάρχει κρυμμένος θησαυρός, και θα τον έβρισκε ο πλούσιος χωρίς να ελεήσει κανέναν, ενώ τώρα όταν μετά από χρόνια θα ξαναπέσει, θα τον βρεί ένας πάμπτωχος κτίστης και θα ελεήσει κόσμο και κοσμάκη.

Πήγαινε λοιπόν στην ευχή του Θεού και μην ξαναπροσπαθήσεις να εξηγήσεις εσύ με τον ανθρώπινο νου σου, πράγματα απρόσιτα και απροσπέλαστα για εσένα και κάθε θνητό και πεπερασμένο. Αφέσου στην Θεία Πρόνοια και ασχολήσου με πιο απλά και ουσιώδη για την μικρή εδώ ζωή σου. THE ZASTOVIS PRIEST CHARALAMPOS VESSINI VILLAGE.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

ΚΑΚΟΝ ΤΟ ΟΡΑΝ ΚΟΝΤΟΦΘΑΛΜΩΣ.

ZASTOVA ROMANOS, ΜΙΑ ΒΕΣΙΝΙΩΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ.

Κάπου εκεί στο Βεσίνι τα παλιά και αθώα χρόνια, ξέπεσε κάποιος άγνωστος νεανίας από κάποιο ξένο μέρος.

Κανένας δεν γνώριζε ποιος ήταν, από που προερχόταν, ποια ήταν η φάρα του και κυρίως ποιος ήταν ο λόγος που εγκατεστάθη , προσαιτών σ' αυτό το άγονο, απρόσιτο και ορεινό χωριό, όπου και αυτοί οι κάτοικοί του δυσκολεύoνταν να τα βγάλουν πέρα, εκεί όπου την φτώχεια την ...έκοβες με το μαχαίρι.

Όλοι λοιπόν τον πρώτο καιρό και δικαιολογημένα τον έβλεπαν καχύποπτα, περνώντας όμως ο χρόνος συνήθισαν την παρουσία του, και λαμβανομένης υπ' όψιν της καλής συμπεριφοράς του αλλά και της προθυμίας του να βοηθήσει όπου και όποιον μπορούσε, απέκτησε την εύνοια όλων των χωρικών, ώσπου ένας τσέλιγκας τον πήρε ψυχογιό στην στάνη του, έτσι λοιπόν ο νέος πέρα από ένα τσουρούλι ψωμί απέκτησε και μόνιμη στέγη, καλύβα μεν αλλά και από τα νεογέννητα αρνοκάτσικα κάποια ζώα ως μέρισμα του κόπου του, τα οποία αργότερα θα μπορούσε να τα εκμεταλλευθεί μόνος του, άλλωστε δεν ήταν και απαραίτητο να αγοράσει και κτήματα, γιατί εκείνον τον καιρό όποιος μπορούσε ξελόγγωνε κάποιο κομμάτι από τις δασωμένες πλαγιές των βουνών, και περιέρχονταν εις αυτόν βάσει του εθιμοτυπικού τότε δικαίου.

Ο νεανίας λοιπόν εργατικότατος και συνεπέστατος, όταν το κοπάδι του αρίθμησε τα πρώτα λίγα γιδοπρόβατα, τα οποία δικαίως του παρεχώρησε ο τσέλιγκας του Βεσινιού, και έχοντας κατοχυρώσει τα λίγα κτήματά του, ζήτησε να πάρει την ζωή του στα χέρια του.

Το αφεντικό άκουσε τον έφηβο πλέον νέο, και πραγματικά προβληματίσθηκε σφόδρα, όχι μόνον γιατί θα έχανε τον πολύτιμο πιστικό του αλλά κυρίως γιατί από τα μισόλογα της γυναίκας του, -είχε και ο ίδιος παρατηρώντας,- βεβαιωθεί ότι η μοναχοκόρη του τον έβλεπε με αγάπη.

Παιδιά λοιπόν άλλα δεν είχε, αυτός γερνούσε και τους κόπους μιας ζωής σ' αυτό το κορίτσι τους είχε επενδύσει, και η καρδιά του επιθυμούσε να ιδεί το αίμα του να σαρκώνεται και η πατριά του μέσω της κόρης του να συνεχιζόταν, άλλωστε εσκέπτετο ότι αυτό είπε και ο Θεός εις τους Πρωτόπλαστους...''αυξάνεσθαι και πληθύνεσθαι''.

Ασφαλώς το χωριό είχε και άλλους νέους αλλά πάλιν εσκέπτετο ότι: ''έρως ανίκατε μάχαν'', ιδών πως και ο νέος, που και που λησμονιόταν και χανόταν μέσα στα μάτια της μονάκριβής του. Εντάξει μονολογούσε, καλό είναι το παπούτσι από τον τόπο σου, αλλά άμα ένα ξένο σου ταιριάζει καλύτερα, τι θα πρέπει να κάνεις; Ήταν και η μάνα που είχε βεβαιώσει ότι τα παιδιά αγαπιόντουσαν.

Έπρεπε όμως να μάθει ποιός ήταν ο νέος, και έτσι απεφάσισε να μιλήσει στα ίσια με τον πιστικό του, πράγματι με την αμεσότητα και την ευθύτητα των βλάχων, εξήγησε στον νέο τις μύχιες του σκέψεις αλλά και τον προβληματισμό του, που θα άφηνε την κόρη του όταν θα έκλεινε τα μάτια του.

Και ο πιστικός όμως είχε αγαπήσει τον τσέλιγκα σαν πατέρα του και απεφάσισε πλέον να του ειπεί το ποιός ήταν και από που είχε έρθει σ' αυτό το δυσπρόσιτο χωριό.

Ερχόταν λοιπόν από μακριά κυνηγημένος από τα μέρη του, γιατί είχε κάνει κάποιον φόνο, σκοτώνοντας κάποιον που είχε πειράξει την ορφανή του αδελφή, εδώ λοιπόν κανένας δεν θα τον έβρισκε, άλλωστε αυτός είχε αλλάξει το όνομά του και ο χρόνος τη θωριά του, οπότε δεν υπήρχε πλέον λόγος να κρύβεται.

Ο τσέλιγκας επείσθη, αλλά έλα ντε, που ήταν οπαδός της θεωρίας: ‘’ότι όλα εδώ πληρώνονται.’’

Ήθελε προς τούτο να μάθει, πότε ο μέλλων γαμπρός του θα πληρώσει το ανόμημά του, και επέμενε επάνω σε αυτό.

Πεπεισμένος λοιπόν για την απόλυτη ειλικρίνεια του νέου, του είπε ότι για να τον παντρέψει με την μοναχοκόρη του, θα έπρεπε να πάνε μαζί εκεί όπου είχε σκοτώσει και θάψει το θύμα και να ρωτήσει πότε θα έρθει ο καιρός που θα πλήρωνε για το έγκλημα.

Με βαρειά την καρδιά ο πιστικός τον πήρε και πήγανε πράγματι στην ερημιά που είχε σφάξει τον άνθρωπο, και φοβισμένος ρώτησε επάνω από το τόπο της ταφής για τον καιρό της πληρωμής.

Και τότε ακούστηκε μία υπόκωφη φωνή: " Α! θα αργήσει ο καιρός, και δεν θα πληρώσεις εσύ αλλά μετά δυό-τρείς γενιές, κάποιος απόγονός θα πληρώσει, με το ίδιο νόμισμα το δικό μου αίμα.

Ο τσέλιγκας λοιπόν ακούγοντας το: ότι κάποιοι επίγονοι θα πληρώσουν, απεφάσισε να κρατήσει όχι μόνο σαν ψυχογιό τον νέο αλλά και με την κόρη του να τον παντρέψει εφ' όσον είχε πεισθεί, ότι καλά θα περάσει αυτή, αφού και το αίμα του σκοτωμένου το είχε βεβαιώσει, ότι δηλαδή το κορίτσι του δεν θα πλήρωνε, ...τόσο έβλεπε, ...τόσο του έκοβε....μέχρι την κόρη του ...δίχαζε...

Κάπως έτσι το πάθαμε και εμείς σήμερα...άλλοι έφαγαν και εμείς οι φτωχοί επίγονοι , πληρώνουμε και θα πληρώνουμε τα σπασμένα των στην Τρόικα.

The Zastovis priest.

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Fortuna Audaces Juvat. Ο Νασρουντίν και το αυγό

Nasrudin and the egg

By Paulo Coelho

One morning, Nasrudin – the great Sufi mystic who always pretended to be mad – wrapped an egg in a cloth, went into the town’s main square, and called the people who were there.

- Today there will be an important contest! – he said – Whoever discovers what is inside this cloth, will be given the egg inside it!

The people exchanged glances, intrigued, and answered:

- How can we know? No one is capable of divination!

Nasrudin insisted:

- That which is inside this cloth has a yellow center like a yolk, surrounded by a clear liquid like egg white, which in turn is contained inside a shell which breaks very easily. It is a symbol of fertility, and reminds us of birds flying to their nests. So, who can tell me what is hidden here?

All the folk thought Nasrudin was holding an egg, but the answer was so obvious, no one wanted to embarrass themselves in front of everyone else.

What if it wasn’t an egg, but something more important, a product of the fertile Sufi mystic’s imagination? A yellow center might suggest the sun, the surrounding liquid could be an alchemist’s concoction. No, the madman was definitely trying to make someone look a fool.

Nasrudin asked twice more, and no one dared say something foolish.

So he unwrapped the cloth and showed everyone the egg.

- You all knew the answer – he said – And no one dared put it into words.

“Such are the lives of those who haven’t the courage to risk: solutions are generously provided by God, but people always seek complicated explanations, and end up doing nothing.”

…………………………………………………

Ο Νασρουντίν και το αυγό

Πηγή:http://paulocoelhoblog.com/2008/03/14/nasrudin-and-the-egg/

Μετάφραση: priest the Zastovis Charalampos Delis-pan.

Ένα πρωί ο Νασρουντίν - ο μεγάλος Σούφι μυσταγωγός, ο οποίος πάντα προσποιούταν τον τρελό - τύλιξε ένα αυγό σε ένα ύφασμα, πήγε στην κεντρική πλατεία της πόλης, και κάλεσε τους ανθρώπους που ήταν εκεί.

- Σήμερα θα γίνει ένας σημαντικός διαγωνισμός! - είπε - Οποιοσδήποτε ανακαλύψει τι είναι μέσα στο ύφασμα, θα πάρει το αυγό που είναι μέσα σε αυτό!

Οι άνθρωποι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, περίεργοι, και απάντησαν:

- Πώς να γνωρίζουμε; κανείς δεν είναι ικανός να προφητεύει!

Ο Νασρουντίν επέμενε:

- Αυτό που είναι μέσα στο ύφασμα έχει ένα κίτρινο κέντρο σαν κρόκο, περικυκλωμένο από ένα διάφανο υγρό σαν το ασπράδι του αυγού, που με τη σειρά του περιέχεται σε ένα κέλυφος που σπάει πολύ εύκολα. Είναι σύμβολο της γονιμότητας, και μας θυμίζει τα πουλιά που πετάνε στις φωλιές τους. Λοιπόν, ποιος μπορεί να μου πει τι είναι κρυμμένο εδώ ;

Όλοι οι λαϊκοί νόμιζαν ότι ο Νασρουντίν κράταγε ένα αυγό, αλλά η απάντηση ήταν τόσο προφανής, κανείς δεν ήθελε να ντροπιαστεί μπροστά στους άλλους.

Και αν δεν ήταν αυγό, αλλά κάτι πολύ σημαντικό, ένα προϊόν την γόνιμης φαντασίας του Σούφι μυσταγωγού; Ένα κίτρινο κέντρο μπορεί να υπονοεί τον ήλιο, το υγρό που το περικλείει θα μπορούσε να είναι το σύνολο ιδεών ενός αλχημιστή. Όχι, ο τρελός σίγουρα προσπαθούσε να κάνει κάποιο να δείχνει χαζός.

Ο Νασρουντίν ρώτησε δύο φορές ακόμη, και κανείς δεν τόλμησε να πει κάτι ανόητο.

Έτσι ξετύλιξε το ύφασμα και έδειξε σε όλους το αυγό.

- Όλοι εσείς γνωρίζατε την απάντηση - είπε - και κανείς δεν τόλμησε να την βάλει σε λέξεις.

'' Τέτοιες είναι οι ζωές αυτών που δεν έχουν το κουράγιο να ρισκάρουν: λύσεις είναι γενναιόδωρα προμηθευμένες από τον Θεό, αλλά οι άνθρωποι πάντα ψάχνουν περίπλοκες εξηγήσεις, και καταλήγουν να κάνουν… τίποτα.''

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Βιογραφικό. The Zastovis priest.

PROFILE. ZASTOVIS.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΤΕΛΗΣ-ΠΑΝΟΥΤΣ.

ΕΓΕΝΝΗΘΗ ΕΙΣ ΤΟ ΧΩΡΙΟΝ ΒΕΣΙΝΙON ΔΑΦΝΗΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ, ΟΠΟΥ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΑΠΕΡΑΝΤΟΥ ΦΤΩΧΕΙΑΣ, ΕΓΑΛΟΥΧΗΘΗ ΜΕ ΤΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑ-ΣΠΥΡΟΥ ΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΥ ΠΡΟΜΕΤΩΠΙΑΙΟ "ΠΙΣΤΕΥΩ ΤΩ ΘΕΩ.", ΚΑΙ ΤΟ ΤΟΥ ΖΟΥΚΗ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΟΥ, "ΠΙΣΤΕΥΩ ΤΩ ΦΙΛΩ..." ,

ήτοι ότι πρέπει να έχη εμπιστοσύνη εις τον Θεόν και εις τους ανθρώπους, και έχει, όσο και να λέγουν μερικοί ότι χάλασε ο κόσμος χωρίς να βλέπουν το δικό τους χάλασμα.

Τελείωσε ευδοκίμως τας εγκυκλίους της μέσης εκπαιδεύσεως σπουδάς το έτος 1976, κατόπιν θυσιών, των απολύτως "αχαμνών" γονέων του, και προσωπικού αυτού καμάτου πεζοπορώντας εκ Βεσινίου εις Δάφνην, 16 και πλέον Km ημερησίως διαβαίνοντας στενούς ατραπούς και επικινδύνους τον Χειμώνα ρεμματιάς.

Άμα το πέρας των σπουδών ήκουσε, το του πατρός του ειλικρινές, "μέχρι εδώ παιδάκι μου είχα την δύναμη...", τουτέστιν δεν είχε περαιτέρω επιλογή σπουδών.

Το 1977 όμως ηυτύχισε, εις να να τον επιλέξη η Πατρίς ως έφεδρο αξιωματικό του ενδόξου πάλαι τε και επ΄εσχάτων Ελληνικού στρατού, και πάλιν ηυτύχισε να έχει διοικητή του τον αείμνηστο Στρατηγό Ιωάννη Κόρκα, όστις τον εκτίμησε και επεθύμει να τον κρατήσει εις το στράτευμα, δυστυχώς δι’ αυτόν όμως κατόπιν παροτρύνσεως του πατρός του, απεχώρησε όλως εκουσίως με τον βαθμόν του υπολοχαγού, προσβλέποντας εις τι έτερον υπεσχημένον.

Και τότε εξ ενός αδοκήτου και απρόσμενου θανάτου, του προστάτου του εν βίω, Παναγιώτου Σακκέτου, ανετράπησαν τα πάντα...

Κατόπιν τούτου ελθών εις Πάτρας προς αναζήτησιν κάποιας καλυτέρας του χωρίου του τύχης, ηργάσθη πρωτίστως εις την εταιρίαν του Γουσταύου Κλάους (Achaia Clauss), και οικειοθελώς αποχωρήσας, ηργάσθη ως πωλητής εις το μεγάλο της εποχής πολυκατάστημα "Μουστάκης", έπειτα εις το μεγακατάστημα "Μorano", μετέπειτα εις την εταιρίαν Βερόπουλος Hellas spar, και εκ τούτων των εταιριών αποχωρήσας εκουσίως, ως ερωτευθείς εργάτριαν τινά της εταιρίας "Πειραϊκή-Πατραϊκή", όπου νυμφευθέίς έπαψε λόγω εγγενών αδυναμιών και ετέρους επαγγελματικούς πειραματισμούς.

Η Πειραϊκή-Πατραϊκή δι΄ ιδίοις αυτής εξόδοις τον εσπούδασεν και εξειδίκευσεν, κατόπιν συστάσεως και επιθυμίας του προϊσταμένου του, κ. Ιωάννου Αλεξόπουλου εις τα μηχανογραφικά συστήματα, όπου αόκνως ηργάσθη έως ότε η εταιρία προς μεγάλην ζημίαν ως και αυτού του κράτους έκλεισεν, μάλλον τοις ανοήτοις πολιτικοίς ρήμασι και αμαρτωλάς επιθυμίας πειθομένη.

Εις όλους τούτους χρεωστά έως του θανάτου του, ευγνωμοσύνη, άφατον εις Εταιρίας και εργοδότας απεριόριστον σεβασμόν και όντως ευγνωμοσύνη.

Εις τα 35 του λοιπόν έτη ηυρέθη εις την θλιβεράν της ανεργίας πραγματικότητα,μαζί με την σύζυγόν του ως εργαζομένη και αυτή εις την ιδίαν εταιρίαν, και μάλιστα με ενοίκιο και τρία τέκνα, μη έχοντας που την κεφαλήν κλίνει....

Και τότε επαληθεύθη και το του αγαπημένου του ποιμένα και πνευματικού του παπα-Σπύρου, εν παρελθόντι χρόνω ρηθέν, "έχει ο Θεός".

Και έδωσε ο Θεός δια των Σεπτών του μέγα των Πατρών ποιμένος, Μητροπολίτου, Επισκόπου και Δεσπότου και πνευματικού του Πατρός αλλά και αρτοδότου του, κυρού ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ Βαλληνδρά να απολαύση όλως πλουσίως, χάριτι Θεού, ευλογία Δεσπότου του και ανοχή ανθρώπων αυτός ο του βίου ναυαγός τας επουρανίας και επιγείας δωρεάς, αξιωθείς το 1994 τελειώνων την Ιερατικήν των Πατρών σχολήν να χειροτονηθή ιερεύς.

Κατόπιν παροτρύνσεως του Δεσπότου του και Επισκόπου του, κυρού Νικοδήμου και δια της αυτού παντοειδούς αρωγής, κατόπιν Πανελληνίων εξετάσεων εισήχθη εις την Θεολογικήν σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών, -(οι κληρικοί εισάγονται με υποτυπώδη μόρια εις τας Πανεπιστημιακάς σχολάς)- , όπου εφοίτησεν επί τρία έτη οπότε η σύζυγός ησθένησε βαρέως εκ

Σ.Κ. Πλάκας, οπότε ουδέποτε κατόρθωσε να πάρη πτυχίον… έστω για την τιμή των όπλων, διατί ο Χριστός δεν διδάσκεται αλλά διδάσκει και βιώνεται.

Σήμερον, διακονεί κατά το ανθρωπίνως και συνειδήσει αυτού εφικτόν, την των Ρωμαναίων μικράν αλλ’ ευλογημένην ενορίαν, περιοριζόμενος εις την τέλεσιν της Θείας Λειτουργίας τας τέσσαρας Κυριακάς εκάστου μηνός και ενίοτε εις τινάς μεγάλας εορτάς, δεν εξομολογεί κατόπιν απαγορευτικού της προϊσταμένης αυτού αρχής και ….ούτως επιφορτίζεται τας ιδικάς του μόνον αμαρτίας.

Θέλει να πιστεύη ότι οι ενορίτες του αισθάνονται την αυτού απεριόριστον αγάπην και εκτίμησην ως και το εύρος των αυτού υπέρ αυτών ικεσιών προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ευελπιστεί δε και εις την αυτών αγάπην και πάλιν θέλει να πιστεύη ότι την έχει, διότι ούτε τυπικά λόγω αμεσότητος χαρακτήρος κρατά, αλλά και εκ πεποιθήσεως, διότι το τυπικόν θανατώνει την ειλικρινήν μετά των ανθρώπων σχέσιν, ελλοχεύοντος συνάμα του κινδύνου να δουλεύη ο παπάς το χωριό και το χωριό τον παπά.

Μετά λοιπόν την προσευχήν, δοξολογίαν, ευχαρίστησιν και ικεσίαν εις τον Θεόν έχοντας συνενωθεί δια του Ποτηρίου της όντως όντος Ζωής, μετά Κυρίου και ενοριτών, πανευτυχής απολαμβάνει εις τα παραδοσιακά του χωρίου καφενεία την γεύσιν αρχαίων ημερών, το καφεδάκι του μετά τινός τσίπουρου κεκοσμημένου, καπνίζων μετά των γερόντων το σιγαρέτο του, εντός της κοινωνικής των ενοριτών του ζεστής αγκάλης, συνδιάγοντες και έχοντες κοινά, παπάς και κόσμος την ιδίαν χαράν και τα ίδια βάσανα.

THE ZASTOVIS PRIEST CHARALAMPOS.

- -(Ζάστοβα είναι το πατρογονικό χωριό των Ρωμαναίων και ευρίσκεται εις την καρδίαν του Παναχαϊκού όρους, όπου σήμερον διατηρείται εις αρίστην κατάστασιν ο πάλαι ποτέ καθεδρικός επί Τουρκοκρατίας των Ζαστοβιτών ιερός ναός της Αγίας Παρασκευής, λειτουργών τας ημέρας αυτάς ως εξωκκλήσιον μαρτυρόν εποχάς αρχαίου θρησκευτικού άμα τε ευλαβικού κλέους.)--.εκ τούτου λοιπόν απέκτησε ως παρωνύμιον ίσως και ευλογίαν το: “ZASTOVIS”.

ΟΛΟΙ, ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ, ΑΝΑΡΩΤΙΟΥΝΤΑΙ. ΣΟΥΡΗΣ.

ΗΓΓΙΚΕΝ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΓΛΥΚΟΧΑΙΡΕΤΟΥΡΕΣ.

ΡΕ ΠΟΙΟΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ;, ΠΟΙΟΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ;.

Τώρα κοντά, ένας μακρύς και με ψηλό καπέλο με χαμογέλειο με κυττά,

κι' όπου με ιδεί με χαιρετά, χωρίς εγώ να θέλω.

Ποιος νάναι; λέγω, και μ' αυτόν τη μνήμη μου σκοτίζω·

και με κοιτά και τον κοιτώ, και χαιρετά και χαιρετώ, χωρίς να τον γνωρίζω.

Μην είναι μύωψ· σαν κι' εμέ κι' ευρίσκεται σ' απάτη;

μην ήμαστε συμμαθηταί; μήπως εφάγαμε ποτέ μαζί ψωμί κι' αλάτι;

Μου είπαν όμως απ' αυτόν, πως χαιρετιούνται κι' άλλοι·

Έ, τι και αν κι' εμένα χαιρετά, κάλπη ο φίλος μελετά, για βουλευτής να βάλλει.

FOR THE TRANSACTION. THE ZASTOVIS PRIEST.